Ένας νέος εκλογικός κύκλος ξεκινά στην Ευρώπη που θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Η Πολωνία ανοίγει το χορό αρχές Νοεμβρίου και ακολουθεί η Ισπανία, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Μάλτα και ο κύκλος αναμένεται να κλείσει με την Ιταλία στο τέλος του 2027.
Σημαντικές θεωρούνται επίσης οι αναμετρήσεις σε διάφορα γερμανικά Κρατίδια, καθώς μπορούν να αποτελέσουν πρόκριμα για την τύχη της Γερμανίας στις Ομοσπονδιακές εκλογές του 2028 και την κατάκτηση της πρωτιάς από το ακροδεξιό AfD. Επί του παρόντος, από τους 27 Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων της Ε.Ε., Δέκα ανήκουν στο κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα, τρεις στη Συμμαχία Σοσιαλιστών-Σοσιαλδημοκρατών, οι Πρωθυπουργοί της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, της Δανίας, Μέτε Φρεντερίκσεν και της Μάλτας, Ρόμπερτ Αμπέλα. Οι υπόλοιποι ηγέτες ανήκουν είτε στην ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών, όπως η ακροδεξιά Ιταλίδα Τζόρτζια Μελόνι, είτε στην κεντρώα και Σοσιαλφιλελεύθερη ομάδα Renew Europe, όπως ο Γάλλος Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν. Αν στην Ισπανία νικήσει το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα, όπως δείχνουν μέχρι τώρα οι δημοσκοπήσεις, αναμένεται να σχηματίσει Κυβέρνηση με το ακροδεξιό Vox. Εάν συμβεί αυτό, η Ισπανία θα γίνει το τέταρτο ευρωπαϊκό Κράτος με Συνασπισμό Κεντροδεξιάς - Ακροδεξιάς, όπως στην Ιταλία, την Φινλανδία και την Κροατία.
Αν ηττηθεί ο Σάντσεθ στην Ισπανία, θα υπάρχουν πλέον μόνο δύο Κυβερνήσεις στην Ε.Ε. με Σοσιαλδημοκράτες ηγέτες. Αν και τον περασμένο μήνα το Σουηδικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SAP) αναδείχθηκε πρώτη δύναμη στις εκλογές, το αποτέλεσμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια οφθαλμαπάτη. Το SAP είχε το χειρότερο αποτέλεσμά του τον τελευταίο αιώνα και μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να σχηματίσει κυβερνητικό Συνασπισμό με άλλες δυνάμεις.
Στη Γαλλία, πέντε υποψήφιοι διεκδικούν αύριο το χρίσμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές της άνοιξης. Παγιδευμένοι ανάμεσα σε προσωπικές φιλοδοξίες και μια ιδεολογική κρίση, οι Σοσιαλδημοκράτες υποψήφιοι για το Μέγαρο των Ηλυσίων αγωνίζονται να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι αντιπροσωπεύουν κάτι περισσότερο από τους τελευταίους κληρονόμους μιας πολιτικής οικογένειας που αναζητά νόημα. Στις εσωκομματικές εκλογές του Σοσιαλιστικού Κόμματος, προσέλευση των μελών ήταν πάνω από 100.000. Αλλά τα στοιχεία είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά των τελευταίων προκριματικών εκλογών του Κόμματος. Το 2011 και το 2016, 2,8 εκατομμύρια και 2 εκατομμύρια ψηφοφόροι αντίστοιχα συμμετείχαν στις προκριματικές εκλογές των Σοσιαλιστών. Αυτό αποτελεί ένδειξη της φθίνουσας δυναμικής του Κόμματος, που αποδυναμώθηκε από τα αποτελέσματά του στις δύο τελευταίες προεδρικές εκλογές, 6,36% το 2017 και 1,75% το 2022.
Στη Βρετανία κανείς δεν πιστεύει πραγματικά ότι με τον νέο Πρωθυπουργό Αντι Μπέρναμ θα υπάρξει μια αναβίωση των Εργατικών σε ένα πολιτικό τοπίο που κλονίζεται από τον ακροδεξιό λαϊκισμό. Στην Τσεχική Δημοκρατία, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Socdem, το οποίο συμμετείχε σε συμμαχία με μετα-κομμουνιστές, δεν κατάφερε να εισέλθει στο Κοινοβούλιο για δεύτερη συνεχόμενη φορά τον Οκτώβριο του 2025. Στην Ουγγαρία, η Σοσιαλδημοκρατία έχει ουσιαστικά καταρρεύσει. Το ποσοστό ψήφων του σοσιαλδημοκρατικού MSZP είναι πλέον μόλις μετρήσιμο. Στην Σλοβενία, οι Σοσιαλδημοκράτες κατάφεραν πρόσφατα να εξασφαλίσουν περίπου 6,7% και έξι έδρες. Στη Βουλγαρία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, κάποτε μια από τις κεντρικές δυνάμεις της χώρας, δεν εκπροσωπείται πλέον στο Κοινοβούλιο.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν απλώς την παρακμή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και προδιαγράφουν, εκτός απροόπτου, την κυριαρχία της κεντροδεξιάς και της άκρας δεξιάς στις συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Στη Γαλλία, στις προεδρικές εκλογές της άνοιξης, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ως φαβορί την ηγέτιδα του Εθνικού Συναγερμού, Μαρίν Λε Πεν. Στο τέλος του 2027 είναι η σειρά της Ιταλίας να πάει στις κάλπες. Η Τζόρτζια Μελόνι προηγείται επί του παρόντος με 27%, μπροστά από το Δημοκρατικό Κόμμα (21%) και το Κίνημα Πέντε Αστέρων (13%). Την έκπληξη αναμένεται να κάνει το νεοϊδρυθέν ακροδεξιό «Εθνικό Μέλλον», ακόμη πιο ακραίο από τους «Αδελφούς της Ιταλίας» της Μελόνι, που θα μπορούσε να αναστατώσει την προεκλογική εκστρατεία καθώς πλησιάζει το 8% στις δημοσκοπήσεις.
Έχασε τη «γλώσσα» της
Η υποχώρηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας έχει εξήγηση: Έχει χάσει τη δική της γλώσσα. Το Κράτος πρόνοιας, η αγορά εργασίας, η φορολογική πολιτική, όλα μετρώνται με βάση κατά πόσον είναι «συμβατά με την αγορά». Οτιδήποτε δεν συμμορφώνεται με τις αρχές της αγοράς θεωρείται πρόσθετο βάρος που πρέπει να δικαιολογηθεί και να «κοστολογηθεί». Σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, τα σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα θεωρούνται μέρος του πολιτικού κατεστημένου. Η εικόνα του «συστημικού Κόμματος» έχει γίνει ένα ανυπέρβλητο βάρος. Σε πολλές χώρες, αυτά τα Κόμματα αποτελούν μέρος της Κυβέρνησης για χρόνια ή και δεκαετίες. Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση του 2008 ήταν καθοριστική. Τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν στην Κυβέρνηση εκείνη την εποχή και ταυτίζονται με τις κοινωνικές δυσκολίες και τις κοινωνικές συνέπειες εκείνης της περιόδου.
Σε περιόδους κοινωνικής αναταραχής όμως, τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πρόκληση από τα Κόμματα άλλων προσανατολισμών. Αναμένεται να παρέχουν προστασία έναντι συστημικών διαταραχών. Εάν αυτή η προστασία δεν υλοποιηθεί, χάνουν μεγαλύτερη νομιμότητα από άλλα Κόμματα. Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια εμπιστοσύνης που έχει συσσωρευτεί με την πάροδο των ετών. Στη Γερμανία για παράδειγμα, το SPD προσπαθεί να «αποτρέψει τα χειρότερα» συμμετέχοντας στην Κυβέρνηση. Αλλά αυτό έχει οδηγήσει το SPD όλο και πιο μακριά από τις αρχές του, καθιστώντας το μη αναγνωρίσιμο από άποψη πολιτικής. Η ηγεσία του Κόμματος κυνηγάει μια ομάδα ψηφοφόρων που θεωρεί τον εαυτό της «κέντρο», αλλά στην πραγματικότητα ανήκει στην κλασική εργατική τάξη, και για την οποία, όπως παρατηρεί νηφάλια ο Γερμανός κοινωνιολόγος Κλάους Ντέρε, το SPD χάνει μαζικά από το ακροδεξιό AfD.
Αλλά αν ένα Κόμμα δηλώνει μέρα με τη μέρα ότι είναι εκεί για τους απλούς ανθρώπους, και οι απλοί άνθρωποι εξακολουθούν να ψηφίζουν κάποιον άλλο, τότε ίσως κάτι δεν πάει καλά με το Κόμμα, όχι με τον λαό. Η Σοσιαλδημοκρατία έχει μειώσει το χάσμα με την συντηρητική-φιλελεύθερη οικονομική πολιτική σε τέτοιο βαθμό που οι ψηφοφόροι δεν αντιλαμβάνονται πλέον τη διαφορά μεταξύ των δύο στρατοπέδων, των Σοσιαλδημοκρατών και των Συντηρητικών, ως μια γνήσια εναλλακτική λύση.
Ο «Τρίτος Δρόμος»
Αυτή ήταν άλλωστε η συνταγή του λεγόμενου «Τρίτου Δρόμου», το «πόνημα» του Βρετανού Τόνι Μπλερ και του Γερμανού Γκέρχαρντ Σρέντερ, τον Ιούνιο του 1999: Ένας μετριοπαθής νεοφιλελευθερισμός, ένα πλαίσιο αγοράς με κοινωνικές πολιτικές και Κράτος δικαίου. Μια ιδεολογία που δεχόταν την ανισότητα ως «φυσικό» σημείο εκκίνησης και ερμήνευε το Κράτος πρόνοιας όχι ως ένα σύστημα δικαιωμάτων, αλλά κινήτρων. Το πλαίσιο αυτό στόχευε να καταστήσει τη Σοσιαλδημοκρατία βιώσιμη για το μέλλον, συμφιλιώνοντάς την με το πνεύμα της εποχής. Η Σοσιαλδημοκρατία έγινε μεν επιτυχημένη βραχυπρόθεσμα, αλλά μη βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Και όταν οι στρεβλώσεις της αγοράς έγιναν αισθητές, στους μισθούς, στο κόστος στέγασης και στην επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, τα ακροδεξιά Κόμματα οικειοποιήθηκαν με επιτυχία τον θυμό των πολιτών.
Αλλαγή κατεύθυνσης
Η Σοσιαλδημοκρατία χρειάζεται διαφορετικές προσεγγίσεις σήμερα. Ανάκτηση όλων αυτών των ιδεών, που πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων, ο Τρίτος Δρόμος. Η ήπια μορφή πίστης στην ελεύθερη αγορά στην οποία προσαρμόστηκε η Σοσιαλδημοκρατία τη δεκαετία του 1990 δεν είναι το εργαλείο με το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί σήμερα η άκρα δεξιά. Όποιος έχει αποδεχτεί την αγορά ως μια αυτονόητη σφαίρα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής δεν μπορεί πλέον να αλλάξει ριζικά την ζωή των νοικοκυριών, αλλά και των μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να μετριάσει τις σκληρότερες πτυχές της καθημερινότητας. Αλλά αυτό δεν είναι πλέον αρκετό. Επειδή η ίδια η Δημοκρατία διακυβεύεται αυτή τη στιγμή. Η Σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει επομένως μια διπλή πρόκληση: Πρέπει να ανανεωθεί χωρίς να χάσει την ιστορική ταυτότητά της, και πρέπει να το κάνει αυτό σε ένα πολιτικό περιβάλλον που περιορίζει ολοένα και περισσότερο την εμβέλειά της.
naftemporiki.gr
«The New Daily Mail»
Newsroom


