Τους ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό θα πρέπει να παρακολουθεί στενά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), χωρίς όμως να βιαστεί να προχωρήσει σε νέες κινήσεις, τονίζει σε συνέντευξή του στο Bloomberg ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν εμφανιστεί δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως αυξήσεις στους μισθούς, αποτελεί «καλή είδηση», όμως δεν είναι δεδομένο ότι αυτό θα συνεχιστεί, συμπληρώνει.
«Βλέπουμε μια συνεχή ακολουθία διαταραχών από την πλευρά της προσφοράς και δεν μπορούμε απλώς να τις παραβλέψουμε. Την ίδια στιγμή, υπάρχει και ισχυρός παράγοντας από την πλευρά της ζήτησης, λόγω της δημοσιονομικής επέκτασης και της έκρηξης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη», σημειώνει από το Δουβλίνο, όπου συμμετέχει σε συνάντηση Ευρωπαίων Υπουργών Οικονομικών και Κεντρικών Τραπεζιτών. «Πρέπει να παραμείνουμε σε εγρήγορση».
Οι αξιωματούχοι της νομισματικής πολιτικής, οι οποίοι έχουν αυξήσει δύο φορές το κόστος δανεισμού από το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν, εξετάζουν πλέον ποια πρόσθετα μέτρα χρειάζονται για να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%, από υψηλότερα του 3% σήμερα. Ορισμένοι θεωρούν ότι η απροσδόκητα ανθεκτική πορεία της οικονομίας της Ευρωζώνης αφήνει περιθώριο για νέες αυξήσεις επιτοκίων. Άλλοι, όμως, ανησυχούν ότι η οικονομία δεν θα αντέξει μια πολύ μεγαλύτερη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
Οριακή άνοδος στις πληθωριστικές προσδοκίες των καταναλωτών της Ευρωζώνης
Με περισσότερο από έναν μήνα να απομένει μέχρι την επόμενη απόφαση της ΕΚΤ, ο κ. Στουρνάρας έδειξε ότι δεν έχει ακόμη κατασταλάξει στη στάση που θα τηρήσει, σύμφωνα με το Bloomberg. Όπως είπε, οι νέες οικονομικές προβλέψεις της ΕΚΤ θα αποτελέσουν σημαντικό οδηγό για την απόφαση. «Εάν υπάρξει έξαρση του πληθωρισμού τον Σεπτέμβριο ή αύξηση του ενεργειακού κόστους που θα μας οδηγήσει βαθιά στο δυσμενές σενάριο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μια αύξηση των επιτοκίων τον Οκτώβριο», δήλωσε. «Αν όμως υπάρχει έστω και κάποια αμφιβολία, δεν θα κάνουμε τίποτα και θα περιμένουμε τον επόμενο γύρο προβλέψεων. Δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε».
Καθώς οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξάνονται και πάλι, η Πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ τόνισε ότι οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκη και υψηλότερα επιτόκια. Παρ’ όλα αυτά, άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που μίλησαν στο Bloomberg στο Δουβλίνο άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων. Οι αγορές προεξοφλούν σε μεγάλο βαθμό μια τρίτη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης στο επιτόκιο καταθέσεων τον επόμενο μήνα, στο 2,75%. Στη συνέχεια, αναμένουν τουλάχιστον δύο ακόμη αυξήσεις προτού ο πληθωρισμός τεθεί υπό έλεγχο, αν και οι οικονομολόγοι εμφανίζονται λιγότερο βέβαιοι ότι η νομισματική πολιτική θα χρειαστεί να φτάσει σε αυτό το επίπεδο σύσφιξης.
Ο κ. Στουρνάρας προειδοποίησε ότι το περιβάλλον παραμένει ευμετάβλητο. «Εάν τα οικονομικά στοιχεία δείξουν ότι η ανθεκτικότητα της οικονομίας υποχωρεί ή ότι η ανάπτυξη επιβραδύνεται, θεωρώ ότι αυτό θα ήταν λόγος να μην αυξήσουμε τα επιτόκια και να κάνουμε μια παύση», δήλωσε. «Επίσης, εάν υπάρξει συμφωνία στη Μέση Ανατολή, θα μπορούσε να οδηγήσει και πάλι σε πολύ γρήγορη αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας». Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε επίσης ότι η αύξηση των επιτοκίων από τη Federal Reserve αυτή την εβδομάδα λειτουργεί υποστηρικτικά και για την ΕΚΤ. «Η απόφαση της Fed για τα επιτόκια ήταν θετική για την αξιοπιστία της και για την αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής παγκοσμίως, λόγω του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζουν η Fed και το δολάριο».
Η συζήτηση για τα επόμενα βήματα της ΕΚΤ γίνεται σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στην Ευρωζώνη. Την Παρασκευή, το ασφάλιστρο κινδύνου των γαλλικών ομολόγων ξεπέρασε τη μία ποσοστιαία μονάδα για πρώτη φορά εδώ και 14 χρόνια, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν ολοένα περισσότερο για το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας και την πολιτική αβεβαιότητα. Για τον κ. Στουρνάρα, η κατάσταση παραμένει υπό έλεγχο, αν και, όπως σημείωσε, οι πολιτικές εξελίξεις θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην πορεία της. «Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν έχουμε δει κάποια μεγάλη αναταραχή», δήλωσε. «Ελπίζω οι Κυβερνήσεις να συνεχίσουν να έχουν επίγνωση της ανάγκης για δημοσιονομική σύνεση, δεδομένης της προηγούμενης εμπειρίας μας από πολιτικές που δεν ήταν αρκετά προσεκτικές».
Πιερρακάκης: Οι Τράπεζες να κάνουν περισσότερα για την Οικονομία και την Κοινωνία
Η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, η αντιμετώπιση του στεγαστικού, η μείωση του δημόσιου χρέους, η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πρόεδρο του Eurogroup Κυριάκο Πιερρακάκη. Σε συνέντευξή του στην «Εφημερίδα των Συντακτών», ο κ. Πιερρακάκης αναφέρεται στις παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, υποστηρίζει ότι η πρόωρη αποπληρωμή χρέους δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο για μειώσεις φόρων και δημόσιες επενδύσεις και περιγράφει τις δράσεις της Κυβέρνησης για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Παράλληλα, αναφέρεται στις ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια και στην προστασία των δανειοληπτών, ενώ θέτει στο επίκεντρο τον ρόλο των Τραπεζών στην επόμενη φάση της οικονομίας.
Όπως επισημαίνει, παρά τη σημαντική εξυγίανση των ισολογισμών τους και την ενίσχυση της κερδοφορίας τους, υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο για μεγαλύτερη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και επενδύσεων. «Η επιτυχία των Τραπεζών πρέπει να φαίνεται και στην πραγματική οικονομία», τονίζει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη η ισχύς του τραπεζικού συστήματος να μεταφραστεί σε περισσότερη χρηματοδότηση της οικονομίας και της κοινωνίας.
Τα μέτρα της ΔΕΘ κοστολογούνται σε 2,2 δισ. ευρώ για το 2027 και σε 3,6 δισ. ευρώ έως το 2030. Όμως το όφελος πιθανότατα θα απορροφηθεί από την αύξηση κόστους για ενοίκια, τρόφιμα, λογαριασμούς και υπηρεσίες. Πώς θα αντιμετωπίσετε τη νέα διαφαινόμενη κρίση; Θα υπάρξουν παρεμβάσεις στην αγορά;
Καμία Κυβέρνηση δεν μπορεί να ελέγξει τις διεθνείς τιμές της ενέργειας ή να σταματήσει μόνη της μια διεθνή κρίση. Αυτό που οφείλει να κάνει είναι να προστατεύσει το εισόδημα των πολιτών της. Απέναντι στην ακρίβεια, απαντάμε πρώτα απ’ όλα με μόνιμα μέτρα. Τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε στηρίξει το διαθέσιμο εισόδημα με 4 δισ. ευρώ. Με αυξήσεις μισθών και συντάξεων, μειώσεις φόρων και εισφορών, μέτρα που μένουν στην τσέπη του πολίτη.
Και όταν οι συνθήκες γίνονται έκτακτες, χρειάζονται έκτακτες απαντήσεις. Έχουμε ήδη κινητοποιήσει περισσότερα από 800 εκατ. ευρώ μέσα στο 2026. Δεν θα ισχυριστώ ότι αυτά εξαφανίζουν την ακρίβεια. Καταλαβαίνω τι σημαίνει για μια οικογένεια να αυξάνεται το κόστος στο Σούπερ Μάρκετ και το ενοίκιο να απορροφά μεγάλο μέρος του μισθού της. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε δίπλα της όσο διαρκεί αυτή η πίεση και να περιορίζουμε το βάρος που σηκώνει. Θα είμαστε παρόντες και στη νέα άνοδο των τιμών. Όσο αυξάνεται το κόστος, θα αυξάνουμε την προστασία των πολιτών. Θα παρέμβουμε για να περιορίσουμε την πίεση στην καθημερινότητά τους. Η πρόοδος της οικονομίας αποκτά αξία μόνο όταν γίνεται προστασία για την κοινωνία, ιδιαίτερα στα δύσκολα.
Γιατί επιλέξατε έναν «κουμπαρά» για τη νέα γενιά στο οποίο η κρατική ενίσχυση ενεργοποιείται μόνο αν η οικογένεια μπορεί πρώτα να αποταμιεύσει; Δεν κινδυνεύει να επιδοτείται περισσότερο εκείνος που έχει ήδη διαθέσιμο εισόδημα και να μένουν εκτός όσοι χρειάζονται περισσότερο την ενίσχυση;
Η ένσταση θα ήταν σωστή, αν το Κράτος επιδοτούσε χωρίς όριο την αποταμίευση κάθε οικογένειας. Δεν το κάνει. Ακριβώς για να μη δίνουμε μεγαλύτερη επιδότηση σε εκείνον που έχει μεγαλύτερο εισόδημα, βάλαμε πλαφόν στα 1.200 ευρώ τον χρόνο. Μια οικογένεια μπορεί να αποταμιεύει 20, 50 ή 100 ευρώ τον μήνα και, για κάθε ευρώ που βάζει για το παιδί της, το Κράτος βάζει άλλο ένα, μέχρι το όριο. Μια εύπορη οικογένεια μπορεί να αποταμιεύσει περισσότερα, αλλά δεν θα πάρει μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση. Αυτή είναι συνειδητή επιλογή κοινωνικής δικαιοσύνης.
Προφανώς υπάρχουν οικογένειες που δυσκολεύονται. Εκεί η απάντηση είναι διαφορετική. Είναι η κοινωνική και φορολογική πολιτική, το επίδομα γέννησης, το επίδομα Α21, η ενίσχυση του εισοδήματος και ο μηδενικός φόρος έως τις 20.000 ευρώ για τρίτεκνους και πολύτεκνους. Διαφορετικές ανάγκες απαιτούν διαφορετικά εργαλεία. Ο «κουμπαράς» έρχεται να προσθέσει κάτι που έλειπε. Το κράτος να γίνεται σύμμαχος των γονιών, ώστε ακόμη και μια μικρή αποταμίευση να μπορεί, με τον χρόνο, να γίνει ένα πραγματικό εφόδιο για το ξεκίνημα του παιδιού τους.
Η πρόωρη εξόφληση χρέους ενδεχομένως μειώνει μελλοντικούς κινδύνους και τόκους. Ποια συγκριτική ανάλυση κόστους-οφέλους σάς οδηγεί να διαθέτετε πόρους εκεί και όχι, για παράδειγμα, σε μόνιμη μείωση φόρων, μείωση επιβαρύνσεων στην εργασία, σε δημόσιες επενδύσεις ή σε ένα μεγάλο πρόγραμμα προσιτής κατοικίας;
Νομίζω ότι εδώ υπάρχει μια βασική παρανόηση. Τα χρήματα που χρησιμοποιούμε για την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους δεν είναι χρήματα που διαφορετικά θα μπορούσαμε να διαθέσουμε σε μόνιμες μειώσεις φόρων ή νέες δαπάνες. Οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες θέτουν συγκεκριμένα όρια στις καθαρές δαπάνες. Άρα το δίλημμα «χρέος ή κοινωνία», απλώς δεν υπάρχει. Αξιοποιούμε τα διαθέσιμά μας για να μειώνουμε το χρέος και το κόστος του. Οι πρόωρες αποπληρωμές του 2026 φτάνουν περίπου τα 12,84 δισ. ευρώ και εξοικονομούν περίπου 370 εκατ. ευρώ τον χρόνο σε τόκους.
Και υπάρχει κάτι ακόμη σημαντικό. Από το 2032 η χώρα θα αντιμετώπιζε μια πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση περίπου 1,5 δισ. ευρώ από την εξυπηρέτηση του χρέους. Με τις πρόωρες αποπληρωμές έχουμε ήδη αφαιρέσει περίπου 800 εκατ. ευρώ από αυτό το βάρος. Δηλαδή, περισσότερο από το μισό. Και συνεχίζουμε. Από τα χρήματα που εξοικονομούμε, μειώνουμε φόρους και εισφορές και αυξάνουμε τις δημόσιες επενδύσεις. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων φτάνει φέτος περίπου τα 17 δισ. ευρώ, από 5,6 δισ. το 2019. Με την στρατηγική μας μειώνουμε το βάρος του παρελθόντος, για να έχουμε περισσότερες δυνατότητες στο μέλλον και να μη στείλουμε τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά.
Η Κυβέρνηση παρουσιάζει την άνοδο των επενδύσεων ως αλλαγή παραγωγικού μοντέλου. Όμως η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει για το 2025 ισχυρή συμβολή κατοικιών και κατασκευών, ενώ οι επενδύσεις σε τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών υποχώρησαν. Το γνωστό μοντέλο ακινήτων και τουρισμού, με χαμηλή προστιθέμενη αξία.
Ας θυμηθούμε λίγο από πού ξεκινήσαμε. Το 2019 η Ελλάδα είχε τις χαμηλότερες επενδύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτω από το 11% του ΑΕΠ. Σήμερα είμαστε στο 17,7%. Μέσα σε έξι χρόνια καλύψαμε σχεδόν επτά μονάδες του ΑΕΠ και μειώσαμε το επενδυτικό κενό με την Ευρώπη από περίπου δέκα μονάδες στις τέσσερις. Αυτό δείχνει μια οικονομία που ξαναχτίζει την παραγωγική της βάση. Επίσης οι «κατασκευές», δεν είναι μόνο ακίνητα. Είναι το Ελληνικό, ο ΒΟΑΚ, η Πάτρα-Πύργος, τα λιμάνια, οι ενεργειακές διασυνδέσεις. Υποδομές που μειώνουν το κόστος και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την επόμενη παραγωγική επένδυση.
Η στρατηγική μας είναι περισσότερες εξαγωγές και επενδύσεις σε τομείς όπου η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα , όπως το φάρμακο, η άμυνα, τα τρόφιμα, η ενέργεια, η τεχνολογία. Εκεί κατευθύνουμε και τα κίνητρά μας. Όταν η Ελλάδα μπήκε στην κρίση, οι εξαγωγές αντιστοιχούσαν περίπου στο 20% του ΑΕΠ. Σήμερα έχουν φτάσει περίπου στο 42%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 51%.Έχουμε καλύψει μεγάλο μέρος της απόστασης. Τώρα πρέπει να καλύψουμε το υπόλοιπο. Ο στόχος δεν είναι απλώς να προσελκύουμε κεφάλαια στην Ελλάδα, αλλά να δημιουργείται στη χώρα μεγαλύτερη αξία, με παραγωγή, τεχνολογία, εξαγωγές και καλύτερα αμειβόμενες δουλειές. Αυτό συνιστά αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.
Γιατί η στεγαστική πολιτική σας εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως σε επιδόματα και επιδοτήσεις, όπως τα προγράμματα «Σπίτι μου», που ενισχύουν τη ζήτηση για ένα περιορισμένο απόθεμα κατοικιών, αντί σε δεσμευτικό πρόγραμμα δημιουργίας προσιτών κατοικιών;
Κάνουμε και τα δύο. Άμεση στήριξη σήμερα και μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Στο πρώτο απαντάμε με το «Σπίτι μου» και με την επιστροφή ενός ενοικίου, ή δύο ενοικίων για δημόσιους λειτουργούς. Γιατί δεν μπορούμε να πούμε σε ένα νέο ζευγάρι που πληρώνει σήμερα 700 ή 800 ευρώ τον μήνα «περιμένετε πέντε χρόνια μέχρι να αυξηθεί η προσφορά». Δεν μπορεί ένας νέος άνθρωπος να βάλει τη ζωή του σε αναμονή μέχρι να ισορροπήσει η αγορά.
Ταυτόχρονα αυξάνουμε την προσφορά με κίνητρα για να ανοίξουν κλειστά σπίτια, με κοινωνική αντιπαροχή, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και ανενεργών στρατοπέδων καθώς και με περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση. Η Εθνική Στρατηγική Στέγασης 2026-2035 περιλαμβάνει 50 παρεμβάσεις άνω των 6,5 δισ. ευρώ. Θέλουμε και να μειώσουμε την πίεση που αισθάνεται σήμερα μια οικογένεια και να αλλάξουμε τις συνθήκες που δημιούργησαν το πρόβλημα. Το πρώτο πρέπει να γίνει τώρα. Το δεύτερο χρειάζεται χρόνο.
Περίπου 80 δισ. ευρώ κόκκινων δανείων βρίσκονται στα χέρια των funds και των servicers, από τα οποία μόνο το 25% περίπου είναι ρυθμισμένο. Δεν είναι ένδειξη αποτυχίας αυτό; Και ποια είναι η λύση; Πρέπει να επιταχυνθούν οι πλειστηριασμοί ή να δοθούν νέες λύσεις με δυνατότητες στους δανειολήπτες να επανακάμψουν;
Το ζητούμενο δεν είναι οι πλειστηριασμοί, αλλά οι ρυθμίσεις. Γι’ αυτό έχουμε δημιουργήσει ένα ευρύ πλέγμα προστασίας με 72 δόσεις, ακατάσχετο στα 1.600 ευρώ, δυνατότητα άρσης κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού και εξωδικαστικό από τις 5.000 ευρώ, με έως 240 δόσεις. Και αυτή η πολιτική έχει αποτελέσματα. Έχουμε σχεδόν 70.000 επιτυχείς ρυθμίσεις στον εξωδικαστικό για αρχικές οφειλές άνω των 20 δισ. ευρώ, ενώ από τις 21 Σεπτεμβρίου ενεργοποιείται και η νέα πλατφόρμα για την προστασία της κύριας κατοικίας.
Στην ίδια λογική κινηθήκαμε και με τον νόμο 3869, τον νόμο Κατσέλη. Η απόφαση του Αρείου Πάγου αφορούσε τον υπολογισμό του τόκου στη μηνιαία δόση. Εμείς προχωρήσαμε ένα βήμα παραπέρα, δίνοντας αναδρομική ισχύ για τους συνεπείς δανειολήπτες. Δεν θέλουμε πολίτες παγιδευμένους στα χρέη του παρελθόντος. Όπου υπάρχει πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής, δίνουμε τη δυνατότητα μιας βιώσιμης ρύθμισης. Για να μπορεί κάθε πολίτης να κλείσει μια δύσκολη σελίδα και να προχωρήσει τη ζωή του.
Πώς θα επιστρέψουν οι τράπεζες στην οικονομία και την κοινωνία το όφελος από την κρατική στήριξη για τη διάσωσή τους και την εξυγίανση των ισολογισμών τους;
Οι Τράπεζες στηρίχθηκαν πράγματι με χρήματα των φορολογουμένων και πέρασαν μια μεγάλη περίοδο εξυγίανσης. Σήμερα είναι ισχυρές, κερδοφόρες και επεκτείνονται στο εξωτερικό. Αυτό είναι θετικό. Αλλά η επιτυχία των τραπεζών πρέπει να φαίνεται και στην πραγματική οικονομία. Πρέπει μια μικρομεσαία επιχείρηση με ένα καλό σχέδιο να μπορεί να βρίσκει χρηματοδότηση με λογικούς και ανταγωνιστικούς όρους. Για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων, οι ελληνικές Τράπεζες έχουν περίπου 62 ευρώ σε δάνεια, όταν στην Ευρωζώνη ο μέσος όρος είναι περίπου 93 ευρώ. Και παρότι η πιστωτική επέκταση κινείται πλέον με πιο γρήγορους ρυθμούς, υπάρχει ακόμη περιθώριο και ανάγκη να κινηθούν ταχύτερα.
Ταυτόχρονα, ο πολίτης που έχει κάποιες οικονομίες στην άκρη πρέπει να έχει περισσότερες και καλύτερες επιλογές για τα χρήματά του, από τις καταθέσεις και τα έντοκα μέχρι τα αμοιβαία κεφάλαια και νέα επενδυτικά εργαλεία. Και όπου ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί προς όφελος του πολίτη, παρεμβαίνουμε. Το κάναμε με τις τραπεζικές προμήθειες, καταργώντας ή μειώνοντας χρεώσεις που δεν είχαν λόγο να υπάρχουν. Οι Τράπεζες έχουν κάνει μεγάλη διαδρομή. Τώρα πρέπει η ισχύς που απέκτησαν να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη χρηματοδότηση της οικονομίας, των επιχειρήσεων και των επενδύσεων.
ΑΜΠΕ
«The New Daily Mail»
Newsroom


