Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επέκρινε την Ισπανία και άλλους συμμάχους του ΝΑΤΟ για περιορισμένη υποστήριξη στον πόλεμο με το Ιράν, λέγοντας ότι η Ουάσινγκτον μπορεί να επανεξετάσει τη Συμμαχία μετά το πέρας της σύγκρουσης. Ο Ρούμπιο δήλωσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπίστωσαν ότι η Ισπανία, μέλος του ΝΑΤΟ το οποίο είναι δεσμευμένες να υπερασπισθούν, τους αρνήθηκε να χρησιμοποιήσουν τον εναέριο χώρο της και καυχήθηκε γι' αυτό, σύμφωνα με το κείμενο σχολίων του στο Αλ Τζαζίρα που δόθηκε στη δημοσιότητα χθες, Δευτέρα, από το Υπουργείο του. Δήλωσε επίσης ότι η Ουάσινγκτον συνάντησε αντίσταση για να χρησιμοποιήσει στρατιωτικές βάσεις στην Ισπανία και αλλού.
Το ΝΑΤΟ είναι χρήσιμο για τις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή επιτρέπει να σταθμεύουν στο εξωτερικό στρατεύματα και εξοπλισμός, δήλωσε ο Ρούμπιο. «Όμως αν το ΝΑΤΟ είναι μόνο για να υπερασπιζόμαστε εμείς την Ευρώπη αν δεχθούν επίθεση, αλλά μετά να μας αρνούνται δικαιώματα σε βάσεις όταν τις έχουμε ανάγκη, αυτό δεν είναι μια πολύ καλή διευθέτηση». «Είναι δύσκολο να παραμείνουμε δεσμευμένοι και να λέμε ότι αυτό είναι καλό για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι όλο αυτό θα πρέπει να επανεξετασθεί», πρόσθεσε ο Ρούμπιο, υπογραμμίζοντας ότι το ΝΑΤΟ «δεν μπορεί να είναι δρόμος μιας μόνο κατεύθυνσης». «Ας ελπίσουμε ότι μπορούμε να το διορθώσουμε. Θα έχουμε το χρόνο να το αντιμετωπίσουμε μετά».
Η Ισπανία έκλεισε πρόσφατα τον εναέριο χώρο της για τις πτήσεις που συνδέονται με τον πόλεμο στο Ιράν και είχε νωρίτερα εμποδίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν για επιχειρήσεις τις βάσεις Ρότα και Μορόν στην Ανδαλουσία. Τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αυτών εξασφαλίζουν η Ισπανία και οι ΗΠΑ. Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα επικρίνει τους συμμάχους του ΝΑΤΟ γι' αυτό που θεωρεί ανεπαρκή υποστήριξη στη σύγκρουση. Το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ περί συλλογικής άμυνας δεν εφαρμόζεται στον πόλεμο αυτό, που εξαπολύθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Εν τω μεταξύ, η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ ξεπέρασε κατά μέσο όρο τα 4 δολάρια ανά γαλόνι για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2022, αποτελώντας έναν από τους πιο ορατούς δείκτες της επιβάρυνσης των καταναλωτών στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ως αποτέλεσμα του πολέμου με το Ιράν. Η μέση λιανική τιμή σε εθνικό επίπεδο για την απλή αμόλυβδη βενζίνη ανήλθε στα 4,018 δολάρια ανά γαλόνι τη Δευτέρα, σύμφωνα με την American Automobile Association. Οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 1 δολάριο από την έναρξη του πολέμου, από τα 2,98 δολάρια την ημέρα πριν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπολύσουν επιθέσεις κατά της Τεχεράνης, γράφει το Bloomberg.
Ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχει αναστατώσει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, με τις τιμές του αργού και των καυσίμων να εκτοξεύονται καθώς τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά για τη ναυσιπλοΐα. Οι τιμές του αμερικανικού αργού έκλεισαν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από το 2022 τη Δευτέρα, ενώ η άνοδος είναι ακόμη πιο έντονη στα προϊόντα που χρησιμοποιούν οι καταναλωτές, όπως η βενζίνη και το ντίζελ. Ήδη, οι λιανικές τιμές του ντίζελ έχουν ξεπεράσει τα 5,40 δολάρια ανά γαλόνι, αποτελώντας σημαντικό σημείο πίεσης για την ευρύτερη οικονομία. Η αύξηση των τιμών λιανικής της βενζίνης συνιστά πολιτικό κίνδυνο για τον Λευκό Οίκο του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σε έτος ενδιάμεσων εκλογών. Επιπλέον, η άνοδος αυτή ενδέχεται να περιπλέξει το έργο της Federal Reserve, καθώς ο Πρόεδρος Τζερόμ Πάουελ και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επιδιώκουν ταυτόχρονα να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό και να διατηρήσουν την απασχόληση.
Οι αυξημένες τιμές αντλίας στις ΗΠΑ αντικατοπτρίζουν αντίστοιχες αυξήσεις που καταγράφονται παγκοσμίως μετά την έναρξη του πολέμου. Μεταξύ αυτών, η τιμή της βενζίνης στην Ιαπωνία έφθασε σε ιστορικό υψηλό νωρίτερα αυτόν τον μήνα. Σε άλλες περιοχές έχουν εμφανιστεί ελλείψεις, με ορισμένα πρατήρια καυσίμων να ξεμένουν από καύσιμα στην Αυστραλία, ενώ οι τιμές έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά στη Σρι Λάνκα και την Ταϊλάνδη.
Οι λιανικές τιμές βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 1 δολάριο μέσα σε 30 ημέρες, επίπεδο συγκρίσιμο με ορισμένες από τις μεγαλύτερες αυξήσεις των τελευταίων 20 ετών. Η άνοδος αυτή υπήρξε επίσης ταχύτερη από την αρχική αύξηση των τιμών το 2022, όταν οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο Λευκός Οίκος έχει ενεργοποιήσει μια σειρά μέτρων με στόχο να περιορίσει τις τιμές. Αυτά περιλαμβάνουν μια εξαίρεση 60 ημερών από τον Jones Act, που επιτρέπει σε πλοία με ξένη σημαία να μεταφέρουν καύσιμα μεταξύ λιμανιών των ΗΠΑ. Ωστόσο, καμία από αυτές τις κινήσεις δεν έχει μέχρι στιγμής μειώσει ουσιαστικά τις τιμές των καυσίμων. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Associated Press που διεξήχθη από τις 19 έως τις 23 Μαρτίου, το 61% των ενηλίκων αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ διαχειρίζεται την οικονομία.
Για κάθε αύξηση κατά 1 δολάριο στις τιμές των καυσίμων, το καταναλωτικό κλίμα, όπως μετράται από την έρευνα του University of Michigan, μειώνεται κατά 4,5 μονάδες δείκτη ή και περισσότερο, ακόμη και αφού ληφθούν υπόψη άλλες οικονομικές επιπτώσεις, σύμφωνα με έρευνα των Ράιαν Κάμινγκς και Νιλ Μαχόνεϊ του Institute for Economic Policy Research του Stanford University. «Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι οι άνθρωποι αισθάνονται περίπου 5% χειρότερα για την οικονομία για κάθε δολάριο αύξησης στις τιμές αντλίας», δήλωσε ο Κάμινγκς, επικεφαλής προσωπικού του Ινστιτούτου και πρώην οικονομολόγος στο Council of Economic Advisers της Κυβέρνησης Μπάιντεν την περίοδο 2021–2023, όπου ασχολήθηκε με την πολιτική καυσίμων.
ΑΜΠΕ
«The New Daily Mail»
Newsroom



