Washington Post: Η πίεση από Σαουδάραβες και Ισραήλ επεισε τον Αμερικανό πρόεδρο να επιτεθεί στο Ιράν
Η αμερικανική επίθεση στο Ιράν δεν ήρθε ξαφνικά, σαν κεραυνός εν αιθρία. Γνωρίζαμε ότι συγκέντρωναν μεγάλες δυνάμεις στην περιοχή. Και γνωρίζαμε ότι οι στρατιωτικές επιλογές ήταν στο τραπέζι. Παράλληλα, υπήρχαν διάφορες «εμπλοκές», όπως το γεγονός ότι όταν ξέσπασαν οι διαμαρτυρίες στο Ιράν δεν μπορούσαν να παρέμβουν γιατί είχαν σε εξέλιξη την υπόθεση του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα ενώ παράλληλα υπήρχαν αμφιβολίες από Συμμάχους.
Μετά από μία προσπάθεια άσκησης πίεσης στην Τεχεράνη, και μέσω της διπλωματικής οδού, τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεργάστηκαν με το Ισραήλ και προχώρησαν με την στρατιωτική επιλογή έχοντας ως στόχο να ανατρέψουν τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στην εξουσία. Κάτι που κατάφεραν καθώς, όπως ανακοινώθηκε από τις ιρανικές Αρχές, ο Αλί Χαμενεΐ είναι νεκρός και η χώρα βρίσκεται πλέον σε μια μεταβατική φάση. Στην απόφασή του αυτή να εξαπολύσει επιθέσεις στο Ιράν, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται ότι δέχθηκε πιέσεις από ένα τουλάχιστον ασυνήθιστο δίδυμο, το Ισραήλ και την Σαουδική Αραβία.
Όπως αναφέρει η Washington Post, που επικαλείται τέσσερα άτομα με γνώση του θέματος, αν και οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δεν διέκριναν κάποια άμεση απειλή από το Ιράν, οι περιφερειακοί Σύμμαχοι των ΗΠΑ υποστήριξαν ότι πλέον ήταν η κατάλληλη στιγμή για επίθεση. Και επί μία εβδομάδα Ισραήλ και Σαουδική Αραβία προσπαθούσαν να φέρουν τον Τραμπ στα νερά τους.
Ο Σαουδάραβας Πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν πραγματοποίησε πολλές ιδιωτικές τηλεφωνικές κλήσεις στον Τραμπ τον τελευταίο μήνα, τασσόμενος υπέρ της αμερικανικής επίθεσης, παρά τη δημόσια υποστήριξή του στη διπλωματία, ανέφεραν οι πηγές της Washington Post. Στις συζητήσεις του με Αμερικανούς αξιωματούχους, ο Σαουδάραβας ηγέτης φέρεται να προειδοποίησε ότι το Ιράν θα έφευγε ισχυρότερο και πιο επικίνδυνο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χτυπούσαν στην παρούσα φάση. Η εκτίμησή του Μοχάμεντ ενισχύθηκε από τον αδελφό του, τον Σαουδάραβα Υπουργό Άμυνας Χαλίντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος πραγματοποίησε συναντήσεις κεκλεισμένων των θυρών με Αμερικανούς αξιωματούχους στην Ουάσιγκτον τον Ιανουάριο.
Η στάση αυτή του Σαουδάραβα ηγέτη πιθανώς αντανακλά την επιθυμία του να αποφύγει τα ιρανικά αντίποινα κατά των ευάλωτων πετρελαϊκών υποδομών της χώρας του, σύμφωνα με όσους γνωρίζουν τον τρόπο σκέψης του. Το Ιράν, στο οποίο κυριαρχούν οι Σιίτες Μουσουλμάνοι, και η Σαουδική Αραβία, με επικεφαλής τους Σουνίτες, βρίσκονται σε έντονη αντιπαλότητα που έχει προκαλέσει πολέμους δι’ αντιπροσώπων στην περιοχή. Μετά την επίθεση των ΗΠΑ το Σάββατο, το Ιράν όντως έβαλε στο στόχαστρο τη Σαουδική Αραβία. Το Ριάντ εξέδωσε μια οργισμένη δήλωση καταδικάζοντας την επίθεση και καλώντας τη διεθνή κοινότητα να «λάβει όλα τα απαραίτητα και αποφασιστικά μέτρα» για να αντιμετωπίσει το Ιράν. Ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, εν τω μεταξύ, συνέχισε τη σταθερή ώθησή του για αμερικανικά πλήγματα εναντίον αυτού που θεωρεί υπαρξιακό εχθρό της χώρας του.
Με τη πίεση που δέχθηκε από τις δύο πλευρές τελικά ο Τραμπ πείστηκε να διατάξει τις αεροπορικές επιδρομές εναντίον της ηγεσίας και του Στρατού του Ιράν παρόλο που οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών ανέφεραν ότι οι δυνάμεις του Ιράν είναι απίθανο να αποτελέσουν άμεση απειλή για την ηπειρωτική χώρα των ΗΠΑ μέσα στην επόμενη δεκαετία. Και κάπως έτσι ο Τραμπ αναλαμβάνει το ρίσκο του στοιχήματος που έχει βάλει: Ότι μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση που διεξάγεται από αέρος θα μπορέσει να επιτύχει πολιτικούς στόχους στο έδαφος.
naftemporiki.gr
«The New Daily Mail»
Newsroom


