Ο «ΟΗΕ τσέπης», όπως χαρακτηρίστηκε το Συμβούλιο Ειρήνης από Ευρωπαίους διπλωμάτες, συνιστά μια ασυνήθιστη υβριδική μορφή «ειρηνευτικής δράσης». Αυτό το Συμβούλιο Ειρήνης, «σχεδιάστηκε από τον Πρόεδρο Τραμπ ως μια εμπορική επιχείρηση διατήρησης της ειρήνης που υποτάσσεται πλήρως στους στόχους του, με εντυπωσιακές οικονομικές συνδρομές». Ο Αμερικανός Πρόεδρος ακολουθεί μια πολιτική που παρουσιάζεται ρεαλιστική χωρίς καμία ωραιοποίηση ή περιττά στοιχεία, και αυτό προκαλεί αναταραχή. Χρησιμοποιεί την απειλή ως μέσο άσκησης εξουσίας και όχι την υποκρισία, και επομένως χωρίς περιορισμούς.
Απέχθεια για τον ΟΗΕ
Κατ’ αρχήν, το Συμβούλιο πηγάζει από την απέχθεια του Ντόναλντ Τραμπ για τον ΟΗΕ, που η Αμερική βοήθησε καθοριστικά στην ίδρυσή του πριν από 8 δεκαετίες. Ο Τραμπ είδε όμως ότι πλέον ότι πολλές χώρες του Παγκόσμιου Νότου συμμερίζονται αυτό το συναίσθημα. Οι επικρίσεις του Αμερικανού Προέδρου για έναν υπερβολικά γραφειοκρατικό και συχνά ανίσχυρο Οργανισμό είναι σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένες, ακόμη και αν η Ουάσινγκτον έχει συμβάλει σημαντικά στην παράλυσή του, κυρίως μέσω των πολυάριθμων βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Αλλά ένα Συμβούλιο Ειρήνης οργανωμένο γύρω από έναν άνθρωπο που, με τα δικά του λόγια, δεν αναγνωρίζει κανένα όριο εκτός από την «ηθική» του, φαίνεται για πολλές χώρες σε αυτό το στάδιο, να είναι η χειρότερη δυνατή εναλλακτική διέξοδος στην παράλυση του ΟΗΕ.
Είναι ένα διεθνές Διευθυντήριο: Δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να επιβληθούν μόνες τους, χρειάζονται μια σχεδόν αυλική δομή για να τις υποστηρίξουν. Το πιο κρίσιμο σημείο για τις ΗΠΑ εδώ είναι να δημιουργήσουν ένα φόρουμ όπου δεν θα υπάρχει βέτο από την Κίνα και τη Ρωσία. Κάπου 22 χώρες έχουν μάλιστα υπογράψει ήδη τη συμμετοχή τους, στην πλειονότητά τους Κράτη, που δεν φημίζονται τόσο για την προάσπιση των δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι μεγάλες Δυτικές δυνάμεις , όπως η Γερμανία , η Γαλλία και η Βρετανία, οι οποίες θεωρούνται φυσικοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών, αρνούνται προς το παρόν να μετάσχουν.
Θα υπάρξει φυσικά μεγάλη πίεση από τις ΗΠΑ να αλλάξουν γνώμη και μένει να δούμε πώς θα εκφραστεί στο άμεσο μέλλον. Πρέπει όμως να είμαστε ρεαλιστές: Το Συμβούλιο Ειρήνης, εάν παράγει ορισμένα αποτελέσματα, θα αναγκάσει επίσης τον ΟΗΕ και την παγκόσμια διακυβέρνηση να επανεξετάσουν το ρόλο τους. Αν ο Τραμπ «επιλύσει» τελικά το ζήτημα της Γροιλανδίας όπως επιθυμεί, μπορεί να χρησιμοποιήσει τον ίδιο μηχανισμό απειλών και κινήτρων για να φέρει με κάποιο τρόπο την Ευρώπη σε αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων.
Το ελληνικό αδιέξοδο
Τι θα πράξει η Ελλάδα μπροστά σε αυτή τη νέα πραγματικότητα; Η εξίσωση είναι πολύ δύσκολη, στο βαθμό μάλιστα που ήδη τέσσερις γειτονικές χώρες, Τουρκία, Βουλγαρία, Αλβανία και το Κόσοβο, ανακοίνωσαν τη συμμετοχή τους, δημιουργώντας ένα «τόξο» γύρω από τα βορειοανατολικά σύνορά μας, αλλά κυρίως, προνομιακές σχέσεις με τον Τραμπ. Ερωτηθείς για το Συμβούλιο της Ειρήνης, ο Έλληνας Πρωθυπουργός τόνισε ότι « έτσι όπως είναι διατυπωμένο, όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά σχεδόν όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες, έχουμε δυσκολία να συμμετέχουμε». Ο Πρωθυπουργός στάθηκε βέβαια στον αρχικό προορισμό του Συμβουλίου Ειρήνης, που ήταν εξ αρχής η ειρήνευση στην Γάζα. Μόνο που η λέξη Γάζα απουσιάζει από το καταστατικό του Συμβουλίου.
Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα πρέπει να προσμετρήσει το κόστος της απουσίας από το Συμβούλιο, σε μια εποχή γεωπολιτικής αναδιάταξης, όπου ολόκληρος ο κόσμος αλλάζει. Η εικόνα που τελικά εξέπεμψε η χώρα ήταν εκείνη της αμηχανίας και της απουσίας, σε μια στιγμή όπου η γεωπολιτική βαρύτητα μετριέται όχι μόνο με δηλώσεις, αλλά με φυσική παρουσία στο τραπέζι των διαβουλεύσεων. Το γεγονός ότι χώρες με σαφώς μικρότερο διπλωματικό αποτύπωμα ή ακόμη και οντότητες με αμφισβητούμενο διεθνές καθεστώς βρέθηκαν εκεί, εντείνει τα ερωτήματα για τις στρατηγικές προτεραιότητες της Αθήνας. Όταν μάλιστα στο Συμβούλιο Ειρήνης μετέχει όχι μόνο η Τουρκία, αλλά και το Ισραήλ.
Ειδικά, η συμμετοχή της Άγκυρας πρέπει να να είχε ληφθεί σοβαρά υπόψη από την Αθήνα. Η απουσία από τις διαβουλεύσεις σε ένα Συμβούλιο όπου θα συζητούνται ζητήματα που αγγίζουν άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα, είναι αναμφίβολα μεγάλος και πολύ σοβαρός, πονοκέφαλος για τη χώρα μας. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι λανθασμένες εκτιμήσεις ή καθυστερημένες αντιδράσεις, μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια θέσεων σε κρίσιμα φόρουμ, όπως συνέβη και στις διεθνείς συζητήσεις για τη Λιβύη, όπου η ελληνική φωνή βρέθηκε εκ των υστέρων να διεκδικεί χώρο που είχε ήδη καταληφθεί από άλλους.
Σε ρόλο θεατή;
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη εμφανίζεται αδύναμη να υπερασπιστεί τον παγκόσμιο ρόλο της, μετά τον αιφνιδιασμό που προκάλεσε η συναλλακτική προσέγγιση της Ουάσιγκτον επί Τραμπ, για την Ελλάδα είναι «πολυτέλεια» να απέχει από κάθε φόρουμ όπου συζητείται η αρχιτεκτονική ασφάλειας της επόμενης ημέρας. Η Ανατολική Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια παραμένουν ζώνες αλληλοεπικαλυπτόμενων κρίσεων, στις οποίες η χώρα μας διαθέτει αντικειμενικό συμφέρον να παρίσταται με φωνή και πρωτοβουλία. Η γεωγραφία και το ιστορικό της κεφάλαιο προσφέρουν στην Ελλάδα τη δυνατότητα να λειτουργεί ως γέφυρα και αξιόπιστος συνομιλητής. Όταν, όμως, απουσιάζει από κρίσιμα τραπέζια, διακινδυνεύει να περιοριστεί στον ρόλο του θεατή στο «μαγειρείο της ιστορίας», εκεί όπου προετοιμάζονται οι πρώτες ύλες των μελλοντικών συμφωνιών.
Το ερώτημα που απομένει είναι κρίσιμο: Θα συνεχίσει η χώρα να προσαρμόζει τη στάση της ανάλογα με τις επιλογές άλλων ή θα επενδύσει σε μια συνεκτική, ενεργητική και πολυδιάστατη διπλωματία που της επιτρέπει να διαμορφώνει και όχι απλώς να παρακολουθεί το περιβάλλον ασφαλείας της ευρύτερης περιοχής; Σε έναν κόσμο ταχείας αναδιάταξης, το κόστος της μη παρουσίας συχνά αποδεικνύεται μεγαλύτερο από το ρίσκο της συμμετοχής. Όπως είπε και ο Καναδός Πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνει που κατά πολλούς έκλεψε, μετά τον Τραμπ, την παράσταση στο Νταβός, οι χώρες δεν πρέπει πλέον να βασίζονται μόνο στην «ισχύ των αξιών» τους, αλλά να συνειδητοποιήσουν την «αξία της ισχύος» τους.
naftemporiki.gr
«The New Daily Mail»
Newsroom



