Τη στρατηγική στο δρόμο προς τις κάλπες έχει αρχίσει να ξεδιπλώνει η Κυβέρνηση, βγάζοντας από τη φαρέτρα της όλα τα όπλα που εκτιμά ότι μπορεί να πείσουν τους πολίτες να την εμπιστευτούν ξανά. Το Μέγαρο Μαξίμου επενδύει με συνέπεια σε ένα αφήγημα που συνδέει ευθέως τη Ν.Δ. με την πολιτική σταθερότητα και, ταυτόχρονα, αποδομεί κάθε πιθανό σενάριο κυβερνητικής συνεργασίας την επόμενη ημέρα. Η επιδίωξη είναι διπλή: Αφενός η συσπείρωση του εκλογικού ακροατηρίου της Ν.Δ. και αφετέρου η ενίσχυση του αιτήματος για αυτοδύναμη Κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα καθιστούν αυτό έναν εξαιρετικά δύσκολο στόχο.
Κεντρικός άξονας του κυβερνητικού λόγου είναι ότι, πέραν της Ν.Δ., δεν διαμορφώνεται καμία αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική λύση. Το αφήγημα αυτό στηρίζεται πρωτίστως στην πολιτική στάση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο στο Μαξίμου αντιμετωπίζεται ως ο μόνος θεωρητικά «συστημικός» εταίρος που θα μπορούσε να συμμετάσχει σε ένα σχήμα Κυβέρνησης συνεργασίας, σε αντίθεση με τα Κόμματα της ελάσσονος Αντιπολίτευσης, αλλά και αυτά που τελούν υπό σύσταση, όπως του Αλέξη Τσίπρα ή της Μαρία Καρυστιανού. Το πρωθυπουργικό περιβάλλον επιχειρεί να αναδείξει μια βαθιά πολιτική μετατόπιση του ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη, σε σχέση με τις προηγούμενες ηγεσίες του, όπως του Ευάγγελου Βενιζέλου ή της Φώφης Γεννηματά.
Επί αυτών, όπως εκτίμησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, η αξιωματική Αντιπολίτευση δεν θα συνέπραττε ποτέ «ούτε καν σε πρόταση δυσπιστίας» με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, την οποία χαρακτήρισε «τοξικό πολιτικό πρόσωπο», ούτε θα υιοθετούσε ρητορική ακραίας πόλωσης με αναφορές σε «χαμένα βαγόνια» και «ξυλόλια», αναφορικά με το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Στο ίδιο πλαίσιο, επέμεινε ότι η Κυβέρνηση επιδιώκει θεσμικές συναινέσεις, ιδίως σε ζητήματα που το Σύνταγμα επιβάλλει αυξημένες πλειοψηφίες, όπως η στελέχωση των Ανεξάρτητων Αρχών, αποδίδοντας την ακέφαλη λειτουργία τους στην άρνηση του ΠΑΣΟΚ να συνεννοηθεί. «Συμπεριφέρεται ως Κόμμα-παράταξη σε γενική συνέλευση Πανεπιστημίου της δεκαετίας του ’80 και του ’90», υποστήριξε ο κ. Μαρινάκης, ενώ ενέταξε τη συνολική αντιπολιτευτική στάση σε ένα ευρύτερο μέτωπο, στο οποίο, κατά την κυβερνητική ανάγνωση, συμμετέχουν Κόμματα και τμήμα των ΜΜΕ, με μοναδικό στόχο «να πέσει ο Μητσοτάκης», αναζητώντας κάθε φορά «όποιο πρόσωπο βρουν μπροστά τους», από τον Στέφανο Κασσελάκη έως τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού.
Περιβάλλον αβεβαιότητας
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ., Μάξιμος Χαρακόπουλος, ο οποίος έθεσε το ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας. Όπως σημείωσε: «Με τη διεθνή αστάθεια και την ανασφάλεια που υπάρχει, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι να υπάρχει ανασφάλεια και στο εσωτερικό της χώρας». Υπό αυτό το πρίσμα, έθεσε το ερώτημα του πιθανού κυβερνητικού εταίρου, επισημαίνοντας ότι ακόμη και το άλλοτε συστημικό ΠΑΣΟΚ «δεν δείχνει τη διάθεση να σηκώσει μερίδιο ευθύνης της διακυβέρνησης», εφόσον δεν υπάρξει αυτοδυναμία. Στην κυβερνώσα παράταξη επισημαίνουν ότι η άρνηση αυτή, σε συνδυασμό με μια αντιπολίτευση που «απλώς πετροβολεί ή χαϊδεύει αυτιά», πρέπει να συνεκτιμηθεί από τους πολίτες στην κάλπη και ζητούν «αυτοδύναμη εντολή» της Ν.Δ. ώστε να υλοποιήσει το σχέδιό της με ορίζοντα το 2030.
Το αφήγημα της σταθερότητας ενισχύεται, κατά την κυβερνητική ανάγνωση, και από τα δημοσκοπικά ευρήματα. Η τελευταία δημοσιοποιημένη έρευνα της Metron Analysis για το Mega, καταγράφει ότι το 38% των πολιτών επιλέγει την πολιτική σταθερότητα ως βασικό κριτήριο, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που δηλώνει ότι θα ψηφίσει τη Ν.Δ. και πολύ κοντά στον πήχη της αυτοδυναμίας. Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι στις τελευταίες μετρήσεις διακρίνονται δύο χαρακτηριστικά: Αφενός τα μειωμένα ποσοστά (αναμενόμενη φθορά, τη χαρακτηρίζουν) μιας Κυβέρνησης στη δεύτερη τετραετία και αφετέρου η ασυνήθιστη πτωτική πορεία των Κομμάτων της Αντιπολίτευσης, παρά τη σφοδρή κριτική που ασκούν.
Στο Μέγαρο Μαξίμου επισημαίνουν ότι, παρά την κόπωση και τα λάθη, η Ν.Δ. διατηρεί καθαρή πρωτιά με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο Κόμμα, ενώ για την Αντιπολίτευση, κάνουν λόγο για «πρωτοφανή αναξιοπιστία» και για απουσία σοβαρής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης του τόπου. Βεβαίως, αναγνωρίζουν ότι στην πολιτική κερδίζει όποιος κάνει τα λιγότερα λάθη και αυτό είναι ένα από τα μεγάλα στοιχήματα που θα πρέπει να κερδηθεί έως την άνοιξη του 2027, ταυτόχρονα με την υλοποίηση του γαλάζιου προεκλογικού προγράμματος. «Αξιολογούμαστε για κάθε μας πράξη ή… απραξία. Και το παραμικρό λάθος πληρώνεται και στην πολιτική ιστορία αυτό έχει αποδειχθεί επανειλημμένα», προειδοποιεί έμπειρος κοινοβουλευτικός.
euro2day.gr
«The New Daily Mail»
Newsroom


