Η Ελλάδα θα χάσει περίπου 2,7 εκατ. κατοίκους έως το 2080, δηλαδή περισσότερο από το ένα τέταρτο του σημερινού πληθυσμού της. Αυτό δείχνουν οι νέες μακροπρόθεσμες παραδοχές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που δημοσιεύθηκαν στον πρώτο τόμο του Ageing Report 2027. Η έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων (DG ECFIN) και της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής (EPC) θέτει το πλαίσιο για τις προβλέψεις της συνταξιοδοτικής, υγειονομικής και προνοιακής δαπάνης. Οι αντίστοιχες δημοσιονομικές προβολές θα δημοσιευθούν την άνοιξη του 2027.
Τα στοιχεία για την Ελλάδα περιγράφουν μια χώρα που ξεκινά ήδη από ιδιαίτερα γηρασμένη δημογραφική βάση. Τις επόμενες δεκαετίες θα έχει όλο και λιγότερους ανθρώπους σε ηλικία εργασίας, ενώ το βάρος της γήρανσης θα αυξάνεται. Η μεγαλύτερη πίεση αναμένεται γύρω στο 2050, όταν θα συμπίπτουν η έντονη μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας και η αύξηση της αναλογίας ηλικιωμένων προς απασχολουμένους. Οι προβολές βασίζονται στις ισχύουσες πολιτικές και στις θεσμοθετημένες μεταρρυθμίσεις, καθώς και στις δημογραφικές και μακροοικονομικές παραδοχές της Επιτροπής. Δεν αποτελούν βεβαιότητες για το 2080, αλλά ένα κοινό σενάριο αναφοράς για τη σύγκριση των Κρατών-μελών.
2,7 εκατ. λιγότεροι κάτοικοι έως το 2080
Ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται από 10,4 εκατ. το 2025 σε 9,2 εκατ. το 2050 και σε μόλις 7,6 εκατ. το 2080. Η συνολική υποχώρηση φτάνει το 26%, μία από τις μεγαλύτερες στην Ε.Ε. Μεγαλύτερη μείωση καταγράφεται στη Λετονία (-30%), τη Λιθουανία (-28%) και τη Βουλγαρία (-27%), ενώ αντίστοιχη ποσοστιαία υποχώρηση εμφανίζει και η Πολωνία. Ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι -8%.
Η γονιμότητα αυξάνεται ελάχιστα, από 1,20 παιδιά ανά γυναίκα το 2025 σε 1,45 το 2080. Παραμένει έτσι σημαντικά χαμηλότερη από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών, που βρίσκεται περίπου στα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα. Την ίδια στιγμή, το προσδόκιμο ζωής στη γέννηση φτάνει τα 86,4 έτη για τους άνδρες και τα 90,1 για τις γυναίκες. Η καθαρή Μετανάστευση υποχωρεί από 41.700 άτομα το 2025 σε 13.000 το 2030 και στη συνέχεια ανακάμπτει σταδιακά, φτάνοντας τα 30.800 το 2080.
Η δημογραφική γήρανση γίνεται εντονότερη. Το ποσοστό των πολιτών ηλικίας άνω των 65 ετών αυξάνεται από 23,9% σε 34,6% του πληθυσμού. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μεταβολή στους άνω των 80 ετών, των οποίων το ποσοστό υπερδιπλασιάζεται, από 7,2% σε 14,9%. Η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη όταν εξετάζεται η σχέση των οικονομικά μη ενεργών με τους απασχολουμένους. Ο συνολικός οικονομικός δείκτης εξάρτησης, που περιλαμβάνει τον μη ενεργό πληθυσμό όλων των ηλικιών σε σχέση με τους απασχολουμένους 20-64 ετών, αυξάνεται από 130,7 άτομα ανά 100 απασχολουμένους το 2025 σε 153,6 το 2050. Στη συνέχεια υποχωρεί ελαφρά και διαμορφώνεται σε 145 το 2080. Αντίστοιχα, ο οικονομικός δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων, που συγκρίνει τον μη ενεργό πληθυσμό άνω των 65 ετών με τους απασχολουμένους ηλικίας 20-64 ετών, κορυφώνεται στο 85,5% το 2050 και διαμορφώνεται στο 79,1% το 2080.
1,6 εκατ. λιγότεροι στο εργατικό δυναμικό
Η δημογραφική συρρίκνωση μεταφέρεται απευθείας στην αγορά εργασίας. Το εργατικό δυναμικό ηλικίας 20-64 ετών μειώνεται από 4,65 εκατ. άτομα το 2025 σε 3,07 εκατ. το 2080. Πρόκειται για απώλεια περίπου 1,58 εκατ. ατόμων ή 34%. Η πτώση είναι η τέταρτη μεγαλύτερη στην Ε.Ε, μετά τη Λιθουανία (-38%), τη Λετονία (-37%) και την Πολωνία (-36%). Ο μέσος όρος της Ένωσης είναι -17%. Οι απασχολούμενοι ηλικίας 20-64 ετών μειώνονται από 4,2 εκατ. σε 2,9 εκατ.
Τα ποσοστά απασχόλησης βελτιώνονται, αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απασχόληση στις ηλικίες 20-64 αυξάνεται από 70,5% το 2025 σε 75,2% το 2080, έναντι 80,2% στην Ε.Ε. Σήμερα η Ελλάδα έχει την τρίτη χαμηλότερη επίδοση στην Ένωση, μετά την Ιταλία και τη Ρουμανία. Η ανεργία υποχωρεί από 8,9% σε 6,5%, παραμένοντας ωστόσο υψηλότερη από τον προβλεπόμενο μέσο όρο της Ε.Ε., που διαμορφώνεται σε 4,9% το 2080.
Η σημαντικότερη αλλαγή στις προβολές της αγοράς εργασίας προέρχεται από την αυξημένη συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιακών ομάδων. Η συμμετοχή των ατόμων 55-64 ετών στο εργατικό δυναμικό αυξάνεται από 63,8% σε 77%, ενώ για την ηλικιακή ομάδα 65-69 ετών σχεδόν τριπλασιάζεται, από 17,9% σε 53,8%. Ανησυχητικό είναι ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις τέσσερις χώρες της Ε.Ε., μαζί με την Τσεχία, την Ισπανία και τη Ρουμανία, όπου προβλέπεται μείωση της συμμετοχής των γυναικών ηλικίας 25-54 ετών στο εργατικό δυναμικό. Το ποσοστό υποχωρεί από 78,8% σε 77,7%. Πρόκειται για ποσοστό συμμετοχής και όχι για ποσοστό απασχόλησης, καθώς περιλαμβάνει και τις γυναίκες που αναζητούν εργασία. Θετική είναι, πάντως, η αναθεώρηση της αφετηρίας. Το ποσοστό απασχόλησης του 2025 προκύπτει περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από την εκτίμηση της προηγούμενης έκθεσης του 2024. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ανοδικές αναθεωρήσεις στην Ε.Ε., μαζί με την Τσεχία και την Κύπρο.
Η δεύτερη χαμηλότερη ανάπτυξη στην Ε.Ε., μαζί με την Πορτογαλία
Η συρρίκνωση του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού περιορίζει και τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Το δυνητικό ΑΕΠ της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα αυξάνεται κατά μέσο όρο μόλις 0,8% ετησίως την περίοδο 2026-2080. Χαμηλότερη επίδοση εμφανίζει μόνο η Ιταλία, με 0,7%, ενώ την ίδια επίδοση με την Ελλάδα καταγράφει η Πορτογαλία. Ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι 1%.
Στα 72 έτη το όριο συνταξιοδότησης το 2080
Μία από τις πιο σημαντικές παραμέτρους της έκθεσης για την Ελλάδα αφορά την εξέλιξη των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Με βάση τον υφιστάμενο μηχανισμό σύνδεσης των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής, η Επιτροπή προβλέπει ότι το κανονικό όριο συνταξιοδότησης θα αυξηθεί από τα 67 έτη σήμερα:
- Στα 68 έτη το 2030, με πρόωρη συνταξιοδότηση στα 63.
- Στα 70 έτη το 2055, με πρόωρη συνταξιοδότηση στα 65.
- Στα 72 έτη το 2080, με πρόωρη συνταξιοδότηση στα 67.
Το όριο των 72 ετών θα είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε., μετά τα 74 έτη της Δανίας. Ακολουθεί η Ιταλία με 71,6 έτη.
Χρειάζεται, ωστόσο, μια κρίσιμη διευκρίνιση: Τα παραπάνω αποτελούν προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τις δημογραφικές παραδοχές της Eurostat. Δεν αποτελούν αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί για την εφαρμογή συγκεκριμένων νέων ορίων. Οι μεταρρυθμίσεις του 2012 και του 2014 αύξησαν τα όρια ηλικίας από τα 65 στα 67 έτη για την κανονική και από τα 60 στα 62 για την πρόωρη συνταξιοδότηση. Από το 2021 προβλέπεται, επιπλέον, η αναπροσαρμογή των ορίων με βάση τις μεταβολές του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη, η οποία επανεξετάζεται κάθε τρία χρόνια. Η αναπροσαρμογή, ωστόσο, δεν έχει ενεργοποιηθεί μέχρι σήμερα. Το 2021 η αναπροσαρμογή ακυρώθηκε, καθώς η πανδημία προκάλεσε μείωση του προσδόκιμου ζωής. Το 2024 ο μηχανισμός δεν ενεργοποιήθηκε, επειδή η αύξηση του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη σε σχέση με το 2010 ήταν μικρότερη από ένα έτος. Έτσι, τα όρια παρέμειναν στα 67 έτη για την κανονική και στα 62 για την πρόωρη συνταξιοδότηση..
Ελλάδα και Ε.Ε. σε αριθμούς
Newsroom



